Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΛΕΓΟΜΕΝΟ «ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ» ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ

Από το ρατσισμό, στην ποινικοποίηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας και της ταξικής πάλης
Το 1995 η ΕΕ αποφάσισε την αλλοίωση του περιεχομένου της επετείου της 9ης Μάη και, από μέρα Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών, τη μετέτρεψε σε μέρα της Ευρώπης
+Τη στιγμή που γράφεται το άρθρο αυτό βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη οι ζυμώσεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ των αστικών κομμάτων για το λεγόμενο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο και την αναγκαιότητα ψήφισης ή απόσυρσής του. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει την εκτίμηση του ΚΚΕ ότι δεν πρόκειται καθόλου για μια αθώα ιστορία.
Παρόλο που χρειάζεται βαθύτερη μελέτη και χρόνος για να βγουν ολοκληρωμένα συμπεράσματα, μια πρώτη εξέταση των εξελίξεων δείχνει ότι το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο αξιοποιείται, για να εξυπηρετήσει διάφορες πολιτικές σκοπιμότητες, αλλά και νέες ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό.
Μια συζήτηση που αξιοποιείται για την ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού
Από τα κόμματα της συγκυβέρνησης, η μεν ΝΔδε θέλει να έρθει σε αντιπαράθεση με μηχανισμούς (Στρατός, Σώματα Ασφαλείας), θεσμούς (μέρος της Εκκλησίας), απόψεις μέρους του εκλογικού της Σώματος, που θα έθετε σε κίνδυνο την κούρσα για την πρωτοκαθεδρία με τον άλλο εταίρο του δικομματισμού, τον ΣΥΡΙΖΑ. Επίσης, πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι βρίσκονται σε εξέλιξη οι επαφές με Καρατζαφέρη και στελέχη των Ανεξάρτητων Ελλήνων για επιστροφή ή συνεργασία με τη ΝΔ. Ενδεχομένως, να υπάρχουν και άλλα ζητήματα που δεν έχουν ακόμη αναδειχθεί καθαρά. Δε δικαιολογείται διαφορετικά το ξαφνικό ενδιαφέρον της για την ελευθερία της έκφρασης που παραβιάζεται, όπως λέει η ΝΔ, με το νομοσχέδιο, όταν το ίδιο αυτό κόμμα ψήφισε και υπέγραψε την απόφαση του Συμβουλίου της ΕΕ, αντιγραφή της οποίας αποτελεί το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, μέσω του τότε υπουργού Δικαιοσύνης της ΝΔ Αναστ. Παπαληγούρα. Συγχρόνως, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ έχουν επιδοθεί σε μία αποπροσανατολιστική αντιπαράθεση που συσκοτίζει τόσο την αλήθεια για το νομοσχέδιο όσο και για τη στάση του κάθε κόμματος γι' αυτό.
Η ταξική πάλη και οι κοινωνικές επαναστάσεις είναι αντικειμενικός νόμος κίνησης της κοινωνίας. Δεν πρόκειται να σταματήσουν με τις ανιστόρητες αποφάσεις της ΕΕ και των ιμπεριαλιστών
Το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, με εκκλήσεις προς το «συνταγματικό» ή το «δημοκρατικό τόξο», θέλουν να δείξουν ότι αποστασιοποιούνται στα θέματα «δημοκρατίας» και πολιτικής συμπεριφοράς από τη ΝΔ, με την οποία συγκυβερνούν, να σβήσουν από τη μνήμη του λαού την ενεργό στήριξη και συμμετοχή τους στη σφοδρή αντιλαϊκή επίθεση. Συγχρόνως και σε αυτό το χώρο της «κεντροαριστεράς» υπάρχουν διάφορα σενάρια σε εξέλιξη, γίνονται διεργασίες για αναπροσαρμογή των συμμαχιών, για συγκλίσεις με τον ΣΥΡΙΖΑ κ.λπ.
Στον ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται, επίσης, σε εξέλιξη οι διεργασίες πλήρους ενσωμάτωσής του στο αστικό πολιτικό σύστημα και τις διεθνείς συμμαχίες του, που δεν περιορίζεται στα ζητήματα της οικονομίας, στις συγκλίσεις με ΔΝΤ, ΣΕΒ κ.λπ., αλλά αγκαλιάζει κάθε πλευρά της πολιτικής και ιδεολογικής του φυσιογνωμίας. Δεν είναι τυχαίο ότι έγινε όψιμος θερμός υποστηρικτής του νομοσχεδίου, με τα ίδια μάλιστα επιχειρήματα του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ (διεθνείς υποχρεώσεις, υπεράσπιση των δημοκρατικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων), στοιχείο που παραπέμπει επίσης σε δημιουργία γεφυρών για μελλοντικές συνεργασίες με τμήματα του ΠΑΣΟΚ, της ΔΗΜΑΡ και άλλων δυνάμεων. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς σοβαρά την ξαφνική μεταστροφή του υπέρ του νομοσχεδίου, όταν ενάμιση χρόνο πριν πρόβαλε σοβαρές αντιρρήσεις, με τα επιχειρήματα, πάνω-κάτω, που σήμερα προβάλλει η ΝΔ; Η δικαιολογία για την αλλαγή της θέσης του, ότι από τότε μέχρι τώρα μεσολάβησε μεγάλη αύξηση της Χρυσής Αυγής και των ρατσιστικών κρουσμάτων, δεν είναι καθόλου πειστική. Ενα κόμμα που παραδοσιακά ήταν υπέρ του νομικού φιλελευθερισμού (βλέπε θέσεις του για νομική ελευθεριότητα στα ζητήματα χρήσης και διακίνησης ναρκωτικών), πώς τόσο εύκολα μετατοπίστηκε σε θέσεις νομοθετικής αυστηρότητας;
Τέλος, αξίζει να παρακολουθήσουμε στην εξέλιξή τους και τις θέσεις της Χρυσής Αυγής που, από τη μία εξαπολύει μύδρους κατά του νομοσχεδίου, εντείνοντας το χυδαίο αντικομμουνισμό και ζητώντας να μπει και το ΚΚΕ στο κάδρο των απαγορεύσεων (χωρίς να έχει την αποκλειστικότητα σε αυτό) και, από την άλλη, ο αρχηγός της σε πρόσφατη συνέντευξη στον «Σκάι» και τον Γ. Τράγκα άπλωσε γέφυρες προς το υπόλοιπο αστικό πολιτικό προσωπικό, δηλώνοντας συμφωνία με πλευρές του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου και πίστη στην κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Το Κόμμα μας έγκαιρα τοποθετήθηκε, παίρνοντας υπόψη το περιεχόμενο της απόφασης της ΕΕ στην οποία στηρίζεται το νομοσχέδιο, το σύνολο των εξελίξεων σχετικά με το ζήτημα αυτό στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (ΕΕ και Συμβούλιο της Ευρώπης), την πείρα της εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας σε άλλα κράτη - μέλη όλα αυτά τα χρόνια. Εκφράσαμε την αντίθεσή μας με συγκεκριμένα επιχειρήματα και επιφυλαχθήκαμε για την τελική τοποθέτησή μας μετά τη δημοσίευση του νομοσχεδίου.
Μύθοι γύρω από το νομοσχέδιο
Παρόλο που η τύχη του νομοσχεδίου Ρουπακιώτη αγνοείται, με βάση το προηγούμενο σχέδιο των Καστανίδη - Παπαϊωάννου και τις διαρροές που υπάρχουν μέχρι σήμερα στον Τύπο, θα επιχειρήσουμε να διαλύσουμε ορισμένους μύθους που καλλιεργούνται γι' αυτό.
Μύθος 1ος: «Το νομοσχέδιο είναι απάντηση στον αυξανόμενο ρατσισμό, στον εγκωμιασμό του ναζισμού και την άρνηση του ολοκαυτώματος των Εβραίων, στα οποία συστηματικά επιδίδονται οι ρατσιστικές οργανώσεις και η Χρυσή Αυγή».
Η αλήθεια είναι ότι το νομοσχέδιο δεν προήλθε από πρωτοβουλία της κυβέρνησης ούτε των Ελλήνων υπουργών Δικαιοσύνης, αλλά αποτελεί σχεδόν αντιγραφή και εξειδίκευση της απόφασης - πλαίσιο 2008/913 του Συμβουλίου Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (ΔΕΥ) της ΕΕ, την οποία η Ελλάδα έπρεπε να είχε ενσωματώσει στην εθνική νομοθεσία μέχρι το Νοέμβρη του 2010. Και μπορεί μεν η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό Δίκαιο τέτοιου είδους αποφάσεων να μην είναι τόσο αυστηρή όπως είναι για τις Οδηγίες ή τους Κανονισμούς, όμως δημιουργούνται πολιτικές συνέπειες.
Μύθος 2ος: «Με το νομοσχέδιο τιμωρούνται οι πράξεις ρατσιστικής βίας».
Η αλήθεια είναι ότι με την απόφαση της ΕΕ που ενσωματώνει το νομοσχέδιο δεν τιμωρούνται οι πράξειςρατσιστικής βίας, αλλά ο ρατσιστικός λόγος που μπορεί να προκαλέσει και να παροτρύνει σε τέτοιες πράξεις, ο «μισαλλόδοξος λόγος», όπως γράφτηκε - καθόλου τυχαία - στον αστικό Τύπο και ό,τι αυτό χωράει.
Συγκεκριμένα, τιμωρεί: 1) Τη δημόσια πρόκληση και παρακίνηση σε βία ή «εχθροπάθεια» σε βάρος ατόμων με διαφορετική φυλετική, εθνική - εθνοτική προέλευση, θρησκεία ή σεξουαλικό προσανατολισμό και 2) τον εγκωμιασμό, την υποβάθμιση ή την άρνηση καταδίκης των εγκλημάτων γενοκτονίας, πολέμου και κατά της ανθρωπότητας που είχαν φυλετικά, εθνικά - εθνοτικά, θρησκευτικά και γενετήσια κίνητρα.
Σε ό,τι αφορά τις εγκληματικές πράξεις με ρατσιστικό κίνητρο, με δύο πρόσφατους νόμους (Ν. 3719/2008 και 4139/2013) ορίστηκε ότι το ρατσιστικό κίνητρο σε οποιοδήποτε έγκλημα αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση κατά την εξατομίκευση της ποινής από το δικαστήριο και η ποινή δεν αναστέλλεται.
Μύθος 3ος: «Το νομοσχέδιο έρχεται να καλύψει το κενό της νομοθεσίας, που αξιοποιούν οι ρατσιστικές και φασιστικές οργανώσεις για να διαπράττουν ρατσιστικά εγκλήματα».
Κι, όμως, υπάρχει νομοθεσία τόσο στα κράτη - μέλη της ΕΕ όσο και στην Ελλάδα. Το 1966, ο ΟΗΕ κάτω από διαφορετικούς, πιο θετικούς για τους λαούς διεθνείς συσχετισμούς, με την παρουσία της ΕΣΣΔ, ενέκρινε Διεθνή Σύμβαση, που επικυρώθηκε από 86 συνολικά χώρες, συμπεριλαμβανομένων και των χωρών που σήμερα ανήκουν στην ΕΕ. Μάλιστα, στο άρθρο 36 του ίδιου του Συντάγματος του 1977 της ΕΣΣΔ προβλέπεται ότι: «Οποιοσδήποτε άμεσος ή έμμεσος περιορισμός των δικαιωμάτων με καθιέρωση άμεσων ή έμμεσων προνομίων των πολιτών με βάση φυλετικά ή εθνικά κριτήρια, καθώς και το κήρυγμα υπέρ της φυλετικής ή εθνικής ανωτερότητας, εχθρότητας ή περιφρόνησης τιμωρούνται με Νόμο». Στην Ελλάδα, το 1979 η Βουλή ψήφισε ομόφωνα το νόμο 927, που κύρωνε την παραπάνω Σύμβαση του ΟΗΕ.
Ο νόμος 927 του 1979 όχι μόνο δεν αφήνει κανένα παράθυρο για το φυλετικό - ρατσιστικό λόγο που μπορεί να προκαλέσει διακρίσεις, μίσος και βία, αλλά είναι ακόμη πιο αυστηρός από τον προτεινόμενο, αφού τιμωρεί ακόμη και τις προσβλητικές ρατσιστικές εκφράσεις. Μάλιστα, με τροπολογία που ψηφίστηκε το 2001 τα παραπάνω εγκλήματα διώκονται αυτεπάγγελτα. Το θέμα είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια ασκήθηκαν μόνο 4 ποινικές διώξεις από τους διωκτικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους.
Σε τι εμποδίζει, επομένως, τους πρώιμους ή όψιμους υποστηρικτές μιας αυστηρής αντιρατσιστικής νομοθεσίας να αυστηροποιήσουν το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο; Ας προσέθεταν και το ολοκαύτωμα των Εβραίων από τους ναζί ή τη γενοκτονία των Ποντίων από το τουρκικό κράτος.
Στο έδαφος του καπιταλισμού δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ριζικά ο ρατσισμός και ο φασισμός
Κατ' αρχάς, πρέπει να συμφωνήσουμε ότι με νόμους και δικαστικές αποφάσεις μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα δεν περιορίζεται η δράση των ρατσιστικών, φασιστικών, νεοναζιστικών οργανώσεων. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η ίδια η Γερμανία, όπου απαγορεύεται από το Σύνταγμά της η ίδρυση ναζιστικού κόμματος και όμως 10 άτομα δολοφόνησε μια τέτοια συμμορία, για να χρησιμοποιήσουμε ένα πρόσφατο παράδειγμα. Ο φασισμός, ο ρατσισμός δεν γεννιούνται στο κενό ούτε είναι εγκλήματα νοοτροπίας και ψυχοσύνθεσης που εμφανίζονται δήθεν σε όλα τα πολιτικά συστήματα, όπως αποπροσανατολιστικά και αντιδραστικά προβάλλεται τελευταία. Είναι αντιδραστικό ρεύμα που γεννιέται στο ίδιο το αστικό πολιτικό σύστημα, μέσα στο ίδιο το αστικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα, είναι «άκρο» εντός των τειχών του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού συστήματος. Είναι δημιούργημα και χρυσή εφεδρεία του καπιταλισμού, των μονοπωλίων. Το σύστημα που γεννά το φασισμό - ρατσισμό, που συνιστά από μόνο του έγκλημα κατά της τεράστιας πλειοψηφίας της ανθρωπότητας, δεν θέλει ούτε μπορεί να σκοτώσει τα ίδια τα παιδιά του, αλλά κι αν συγκυριακά σκοτώσει μερικά γιατί δεν τα χρειάζεται, θα γεννήσει κι άλλα. Αυτή δεν είναι μόνο μια θεωρητική αλήθεια, αλλά έχει αποδειχθεί και από την ιστορική εμπειρία.
Η φασιστική - ρατσιστική ιδεολογία και πρακτική θα αντιμετωπίζεται όσο ο λαός θα απομονώνει τους φασίστες και ρατσιστές σε κάθε τόπο δουλειάς και λαϊκή γειτονιά, όσο θα ανεβαίνει η εργατική - λαϊκή πάλη που θα βάζει στο στόχαστρο τη μήτρα που γεννά το φασισμό - ρατσισμό, δηλαδή το σύστημα της εκμετάλλευσης. Θα εξαφανιστεί μαζί με το σύστημα που το δημιούργησε, όταν η εργατική τάξη και τα σύμμαχα λαϊκά στρώματα πάρουν την οικονομική και πολιτική εξουσία στα χέρια τους.
Οι κίνδυνοι από την απόφαση της ΕΕ που ενσωματώνει το νομοσχέδιο
Παρ' όλ' αυτά, μόνη η υποκρισία ή το ατελέσφορο τέτοιων νομοθετικών παρεμβάσεων μέσα στο αστικό πολιτικό σύστημα δε θα οδηγούσε το Κομμουνιστικό Κόμμα στη συγκεκριμένη αντίδρασή του, αν το νομοσχέδιο και κυρίως η απόφαση της ΕΕ που βρίσκεται πίσω από αυτό, δεν έκρυβαν συγκεκριμένες παγίδες για το εργατικό - λαϊκό κίνημα και την πολιτική του πρωτοπορία, το ΚΚΕ.
Για παράδειγμα, η πλειάδα εργατικών σωματείων, ομοσπονδιών, συλλόγων που καταδίκασαν την ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία, τα εκατομμύρια λαού που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις θα μπορούσαν να βρεθούν στα δόκανα του προτεινόμενου «αντιρατσιστικού» νόμου που υιοθετεί την απόφαση της ΕΕ, αφού, σύμφωνα με τις αποφάσεις των ιμπεριαλιστικών οργανισμών και διεθνών δικαστηρίων, η επέμβαση δεν έγινε για να προωθηθούν τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών στα Βαλκάνια, αλλά για να σωθεί δήθεν μέρος του πληθυσμού από τις «εθνοκαθάρσεις» του Μιλόσεβιτς.
Στις Βαλτικές χώρες, θεωρείται έγκλημα πολέμου και έχουν ασκηθεί διώξεις σε όσους εγκωμιάζουν ή δεν καταδικάζουν την ηρωική δράση του Κόκκινου Στρατού που τσάκισε τους φασίστες κατακτητές, γιατί έτσι συμφέρει να ξαναγράψουν την Ιστορία οι νεκραναστημένοι συνεργάτες των ναζί κατακτητών που απολαμβάνουν την προστασία της ΕΕ. Με ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο λιμός στην Ουκρανία την περίοδο 1932 - 33, θεωρείται ως «τεχνητός» λιμός και αναγνωρίζεται ως έγκλημα κατά του ουκρανικού λαού και της ανθρωπότητας. Ανάλογη προσπάθεια να αναγνωριστεί ως έγκλημα πολέμου γίνεται και με το Κατίν, όπου ΕΕ, κράτη - μέλη και άλλοι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί -που δήθεν ανησυχούν για την άνοδο του ναζισμού- έχουν αναλάβει το ρόλο του διαφημιστή της χαλκευμένης από τον ίδιο τον Γκέμπελς συκοφαντίας σε βάρος της ΕΣΣΔ για τη σφαγή στο Κατίν.
Αρα, αξιοποιείται η συγκεκριμένη απόφαση, για να ποινικοποιηθεί η ιδεολογικο-πολιτική άποψη και η αποτίμηση ιστορικών γεγονότων που έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης.
Από την καταπολέμηση του ρατσιστικού λόγου στη δίωξη της κομμουνιστικής ιδεολογίας και του ταξικού λόγου
Ολα άρχισαν λίγα χρόνια μετά τις ανατροπές, όταν το 1995 η ΕΕ αποφάσισε την αλλοίωση του περιεχομένου της επετείου της 9ης Μάη και, από μέρα Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών, τη μετέτρεψε σε μέρα της Ευρώπης. Βέβαια, η αναθεώρηση και πλαστογράφηση της σύγχρονης Ιστορίας, ως ιδιαίτερη έκφραση του αντικομμουνισμού, είχε εμφανιστεί ήδη από το 1930, κατά τη διάρκεια της μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης 1929-33 με στόχο να σπιλώσει τα επιτεύγματα του νεοσύστατου τότε σοσιαλιστικού κράτους της ΕΣΣΔ. Αναθερμάνθηκε τη δεκαετία του '50, ενώ πήρε τη μεγαλύτερη έξαρση, που ακόμη συνεχίζεται, μετά τις ανατροπές των σοσιαλιστικών καθεστώτων και την επικράτηση της αντεπανάστασης.
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εκδόθηκε στις 12/5/2005, για να τα τιμήσει υποτίθεται τα 60 χρόνια από την Αντιφασιστική Νίκη, είναι μια ελεεινή ιεροσυλία σε βάρος των 20 εκατομ. νεκρών Σοβιετικών στρατιωτών και πολιτών που έχασαν τη ζωή τους στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με συνεχείς αναφορές στην «τυραννία του σιδηρού παραπετάσματος», της «σταλινικής τυραννίας και κατοχής». Γενικότερα, δεν υπάρχει ούτε μια απόφαση της ΕΕ που να καταδικάζει καθαρά και ξάστερα το φασισμό και ναζισμό, χωρίς παράλληλα να βυσσοδομεί σε βάρος του κομμουνισμού και των σοσιαλιστικών καθεστώτων. Οταν η Ρωσία κατέθεσε το 2009 ψήφισμα καταδίκης του ναζισμού στο Συμβούλιο της Ευρώπης, σύσσωμοι χριστιανοδημοκράτες, σοσιαλδημοκράτες και φιλελεύθεροι το καταψήφισαν.
Το 2006, τη σκυτάλη της αντικομμουνιστικής εκστρατείας παίρνει το Συμβούλιο της Ευρώπης με την υιοθέτηση (όχι με την πλειοψηφία που θα ήθελαν ώστε να γίνει δεσμευτικό για τα κράτη - μέλη) του γνωστού αντικομμουνιστικού Μνημονίου με τίτλο «Για την ανάγκη διεθνούς καταδίκης των εγκλημάτων των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων».
Κι ερχόμαστε στην επίμαχη απόφαση. Τον Απρίλη του 2007 το Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ, χωρίς κανένα πρόσχημα, καμία αφορμή, αποφασίζει την έκδοση απόφασης - πλαίσιο με τον ψευδεπίγραφο τίτλο «για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου». Γίνεται συζήτηση για το μέχρι πού θα το πάνε και το Συμβούλιο δεσμεύεται να οργανώσει Δημόσια Ακρόαση και στη συνέχεια να φέρει έκθεση για το κατά πόσο χρειάζεται να τιμωρείται και η επιδοκιμασία εγκλημάτων γενοκτονίας, κατά της ανθρωπότητας και πολέμου που έγιναν λόγω της διαφορετικής κοινωνικής τάξης ή των πολιτικών πεποιθήσεων των «θυμάτων». Μέσα από τις ακαταλαβίστικες και στρογγυλεμένες λέξεις ήθελαν απλώς να πουν ότι ξεκινά η δίωξη της κομμουνιστικής ιδεολογίας, κάτω από την ομπρέλα της καταδίκης των εγκλημάτων των λεγόμενων «ολοκληρωτικών» καθεστώτων, όπου ανιστόρητα και συκοφαντικά εξισώνουν το φασισμό - ναζισμό με τον πιο συνεπή και αταλάντευτο αντίπαλό του - τόσο θεωρητικά όσο και ιστορικά - τον κομμουνισμό. Με την απόφαση αυτή ξεκινάει και η σύγχρονη εκστρατεία ποινικοποίησης της κομμουνιστικής ιδεολογίας από την ΕΕ, αλλά και της ίδιας της ταξικής πάλης που στοχεύει στην ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης. Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία ήταν το πρόσχημα, αφού, όπως προαναφέραμε, υπήρχε νομοθεσία κατά του ρατσιστικού λόγου σε όλα τα κράτη - μέλη.
Στις αρχές Απρίλη 2008, πραγματοποιείται από το Σλοβένικη Προεδρία η Δημόσια Ακρόαση με την ενεργητική συμμετοχή των Εσθονίας, Ρουμανίας, Σλοβενίας, Πολωνίας και Ισπανίας. Χαρακτηριστικοί τίτλοι θεμάτων: «Προτάσεις για την εκτίμηση του ολοκληρωτικού κομμουνισμού», «Η ανάγκη για ισότιμη αντιμετώπιση των Ναζιστικών και Σοβιετικών εγκλημάτων», «Η υποκρισία της διάκρισης μεταξύ των θυμάτων των εγκλημάτων του ολοκληρωτισμού». Στην έκθεση μάλιστα που συνέταξαν μετά την ακρόαση εντόπισαν και τα «συγκρίσιμα δομικά στοιχεία» των «ολοκληρωτικών» καθεστώτων!
Την ίδια περίοδο, ευρωβουλευτές του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, μεταξύ των οποίων οι Μάρτιν Σουλτς (σημερινός πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) και ο Χανς Σβόμποντα, με τους οποίους πρόσφατα είχε θερμές συναντήσεις ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, αναλαμβάνουν το ρόλο του «λαγού», καταθέτοντας Ερώτηση στο Συμβούλιο, γιατί δεν έφερε νέα απόφαση, με την οποία θα τιμωρείται και η επιδοκιμασία των «εγκλημάτων των ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων, περιλαμβανομένου του ναζιστικού και του σταλινικού καθεστώτος».
Στις 20 Απρίλη 2008 γίνεται συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με αφορμή την ερώτηση, όπου ακούγονται απαράδεκτες επιθέσεις ενάντια στον κομμουνισμό και την ταξική πάλη, με εξίσωση της απάνθρωπης φασιστικής θεωρίας και των ναζιστικών εγκλημάτων με την πρωτοπόρα και βαθιά ανθρώπινη κομμουνιστική θεωρία και πρακτική. Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία είχαν ήδη πάει περίπατο!
Στις 3/6/2008, εκδίδεται, με πρωτοβουλία της τσέχικης προεδρίας, η Διακήρυξη της Πράγας «σχετικά με την Ευρωπαϊκή Συνείδηση και τον Κομμουνισμό», όπου μεταξύ άλλων ζητείται «...πολλά εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο όνομα του κομμουνισμού πρέπει να εκτιμηθούν ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας [...] με τον ίδιο τρόπο που τα ναζιστικά εγκλήματα εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης», και να υπάρξει «Ευρωπαϊκή και διεθνής πίεση για αποτελεσματική καταδίκη των παρελθόντων κομμουνιστικών εγκλημάτων και για αποτελεσματική πάλη ενάντια σε τρέχοντα κομμουνιστικά εγκλήματα».
Το Νοέμβρη του 2008 εκδίδεται τελικά η απόφαση 2008/913/ΔΕΥ, στην οποία στηρίζεται το «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο, όπου δεν περιλαμβάνεται ευθέως η ποινικοποίηση της κομμουνιστικής ιδεολογίας, όμως δίνεται το «πράσινο φως» σε όσα κράτη - μέλη θέλουν να το κάνουν.
Ακολούθησαν μια σειρά αντικομμουνιστικές αποφάσεις και πρωτοβουλίες, με σημαντικότερη την ανακήρυξη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 2/4/2009 της 23ηςΑυγούστου (ημέρα υπογραφής του Συμφώνου μη επίθεσης Ρίμπεντροπ - Μολότοφ) ως «ημέρας μνήμης των θυμάτων του σταλινισμού και του ναζισμού».
Το Δεκέμβρη 2010, οι υπ. Εξωτερικών 6 κρατών (Βουλγαρία, Τσεχία, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Ρουμανία) ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή «να κάνει πανευρωπαϊκό ποινικό αδίκημα τη δικαιολόγηση, την άρνηση ή την υποτίμηση των κομμουνιστικών εγκλημάτων». Η Επιτροπή δε αποδέχτηκε αυτήν την έκκληση στο όνομα του ότι «τα εγκλήματα μίσους που βασίζονται στην πολιτική ιδεολογία δεν περιλαμβάνονται στη λίστα των εγκληματικών πράξεων με διασυνοριακή διάσταση», σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της ΕΕ. Ανάλογη απάντηση δόθηκε και σε ερώτηση ευρωβουλευτών του ΚΚΕ για τη Σλοβακία, όπου από 1η Σεπτέμβρη 2011 «όποιος αρνείται τα εγκλήματα του βασίζονται στην κομμουνιστική ιδεολογία» τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από έξι μήνες μέχρι τρία χρόνια, με την επισήμανση ότι θα επανεξετάσει το θέμα σε εύθετο χρόνο. Μέχρι τώρα, 5 κράτη - μέλη (Τσεχία, Πολωνία, Ουγγαρία, Λιθουανία και Σλοβακία) θεωρούν αδίκημα την άρνηση των εγκλημάτων των κομμουνιστικών καθεστώτων.
Το Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (ΔΕΥ) της ΕΕ, στις 10/6/2011, επαναβεβαίωσε «τη σημασία της ανάπτυξης της συνείδησης για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, της προώθησης μιας κοινής μνήμης για τέτοια εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην περιοχή της Ενωσης και της υπογράμμισης του σημαντικού ρόλου που μπορεί αυτό να παίξει στην αποτροπή της αποκατάστασης ή της αναγέννησης των ολοκληρωτικών ιδεολογιών».
Ποιοι ενισχύουν το φασισμό - ρατσισμό
Να, λοιπόν, πώς η ΕΕ και οι κυβερνήσεις ενισχύουν το φασισμό, τον απενοχοποιούν και τον εξωραΐζουν στα μάτια των λαών, ταυτίζοντάς τον με ό,τι καλύτερο έζησαν οι λαοί της ευρωπαϊκής ιδίως ηπείρου μέσα από την πρώτη απόπειρα οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας και της νικηφόρας προσπάθειας της εργατικής τάξης να σπάσει τα δεσμά της εκμετάλλευσης.
Στη χώρα μας, δε θα βρει κανείς ούτε μία δήλωση καταδίκης της εγκληματικής δράσης των ρατσιστικών εγκλημάτων και των φασιστικών οργανώσεων από τη ΝΔ, χωρίς παράλληλη καταδίκη «των άκρων», τακτική στην οποία πρόσφατα προσχώρησε και η ΔΗΜΑΡ, που, στην πρώτη ανακοίνωσή της, για το καλωσόρισμα του νομοσχεδίου μιλάει για ανησυχητική αύξηση των άκρων. Ο ΣΥΡΙΖΑ, σε μια εντυπωσιακή κίνηση βαπτίσματος του κρέατος σε ψάρι, ανακάλυψε ότι με το νομοσχέδιο «σμπαραλιάζεται, συνθλίβεται η ανιστόρητη και ανυπόστατη θεωρία των δύο άκρων». Το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιεί τη φιλολογία των «άκρων», μιλάει συγχρόνως και για τις δυνάμεις του «συνταγματικού τόξου», στις οποίες λέει ότι περιλαμβάνει και το ΚΚΕ, λες και δεν ξέρει ότι το ΚΚΕ παλεύει με όρους μαζικής πολιτικής πάλης για να ξεφύγει ο λαός από τα βέλη του τόξου της καλυμμένης με κοινοβουλευτικό μανδύα δικτατορίας των μονοπωλίων.
Επομένως, το ΚΚΕ δεν έχει κυριευθεί από κανένα σύνδρομο καταδίωξης ούτε παραβιάζει ανοιχτές θύρες, όπως λέει ο υπουργός Δικαιοσύνης. Με ταξικό - επαναστατικό κριτήριο, χωρίς να χάνει τα ταξικά γυαλιά του, με οδηγό τις αποφάσεις του 19ου Συνέδριου που έχουν πάρει υπόψη τις εξελίξεις αυτές, με γνώμονα πάνω απ' όλα να εξυπηρετήσει το σκοπό για τον οποίο υπάρχει, δηλαδή να είναι η πολιτική πρωτοπορία της τάξης που θα απελευθερώσει τον εαυτό της και το λαό από το μεγαλύτερο ρατσιστικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που συντελείται από την καπιταλιστική εκμετάλλευση, τοποθετείται πάνω στην απόφαση της ΕΕ και όσα έχουν διαρρεύσει για το νομοσχέδιο, επιφυλασσόμενο για την τελική τοποθέτηση μετά τη δημοσίευσή του.
Το φάντασμα του κομμουνισμού θα συνεχίσει να πλανάται όσο υπάρχει καπιταλισμός
Σε όσους επιτίθενται στο ΚΚΕ ότι ονειρεύεται, περιμένοντας τις νέες σοσιαλιστικές επαναστάσεις ή ότι οι φόβοι του οφείλονται στο ότι «δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι ουδείς σήμερα το παίρνει στα σοβαρά όταν απειλεί 'το αστικό καθεστώς'», όπως έγραψε ο Ν. Μπίστης («Το Βήμα», 21/5/2013), τους θέτουμε τα εξής ερωτήματα:
Γιατί τότε αυτή η έξαλλη επίθεση κατά της κομμουνιστικής ιδεολογίας, αφού πλέον είναι κλινικά νεκρή; Γιατί προχωρούν σε ανιστόρητες, αντιεπιστημονικές και παιδαριώδεις ερμηνείες της σύγχρονης Ιστορίας; Γιατί προσπαθούν να βάλουν ιδεολογικό γύψο, να αποσπάσουν δηλώσεις μετάνοιας από τους κομμουνιστές και όσους αγωνίστηκαν και αγωνίζονται για μια δίκαιη κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση; Γιατί θέλουν να τρομοκρατήσουν κόμματα, κινήματα και λαϊκές δυνάμεις που αντιστέκονται; Γιατί θέλουν να δηλητηριάσουν τη νέα γενιά που δεν έχει εμπειρίες από τα γεγονότα του 20ού αιώνα και να την εμποδίσουν να συναντηθεί με τις ιδέες και τα ιδανικά του σοσιαλισμού - κομμουνισμού;
Η απάντηση είναι μία. Οσο υπάρχει καπιταλισμός, τόσο θα γεννάει και τους νεκροθάφτες του. Το μάθημα αυτό το πήραν τα επιτελεία του ιμπεριαλισμού, γι' αυτό και μελέτησαν με μεθοδικότητα τη σύγχρονη Ιστορία της ταξικής και επαναστατικής πάλης. Ομως, υπάρχει κάτι που πάντα θα τους ξεφεύγει. Η ταξική πάλη και οι κοινωνικές επαναστάσεις είναι αντικειμενικός νόμος κίνησης της κοινωνίας. Δεν πρόκειται να σταματήσουν με τις ανιστόρητες αποφάσεις της ΕΕ και των ιμπεριαλιστών, όπως δε σταμάτησε και η γη να κινείται παρά την απαγόρευση της Ιεράς Εξέτασης. Το δίλημμα σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα όλο και πιο έντονα θα διαπερνά τους κοινωνικούς αγώνες και θα αποτελεί εφιάλτη όσων επιχειρούν να φιμώσουν τις φωνές της κοινωνικής εξέλιξης και τις δυνάμεις ανατροπής της εκμετάλλευσης.

Της
Λίνας ΚΡΟΚΙΔΗ*
*Η Λίνα Κροκίδη είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Οικονομικού Ελέγχου του ΚΚΕ, υπεύθυνη του Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ για τις Λαϊκές Ελευθερίες και τη Δικαιοσύνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου