Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Για την «εθνική ομοψυχία» του 1821, τότε και σήμερα...



Οι κοινωνικές αντιθέσεις δεν μπορούν να εξαλειφθούν με επικλήσεις στην «εθνική ομοψυχία», γιατί ενυπάρχουν αντικειμενικά. Αυτό το γνωρίζει καλά η αστική τάξη γι' αυτό και προσπαθεί να τις συγκαλύψει(φωτ. χαρακτικό του Τάσσου)
Είναι αλήθεια πως, οι επικλήσεις στην «εθνική ομοψυχία», την «εθνική ενότητα», την «κοινωνική γαλήνη» ενώπιον του «εθνικού κινδύνου», κοκ., έχουν πολλαπλασιαστεί τον τελευταίο καιρό -ιδιαίτερα κάθε φορά που επρόκειτο να ψηφιστεί ένας ακόμα σφαγιασμός των μισθών, των συντάξεων, των εργατικών και κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών. Σήμερα, με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου, οι επικλήσεις για «εθνική ομοψυχία» επανήλθαν στο προσκήνιο γινόμενες σημαία σύσσωμου του αστικού πολιτικού κόσμου. Η «εθνική ομοψυχία» (δηλαδή η υποταγή του λαού στο κεφάλαιο και στα μνημόνια) που προσπαθούν να επιβάλλουν με την τρομοκρατία και τη καταστολή (παλιά συνταγή) «ντύνεται» σκόπιμα με αναφορές στο 1821.
Για ποια όμως «εθνική ομοψυχία» του 1821 μιλάμε; Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις, ανταγωνισμοί ακόμα και εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων που μετείχαν στην Επανάσταση;
Καταρχάς, όσον αφορά την ίδια την προοπτική της Επανάστασης: Ηταν ενιαία η στάση της Εκκλησίας; Από τη μια, ως αναπόσπαστο τμήμα των οθωμανικών φεουδαρχικών δομών εξουσίας, σημαντικό τμήμα του ανώτερου κυρίως κλήρου όχι μόνο δεν ευνόησε, αλλά καταδίκασε και κατέστειλε κάθε απελευθερωτική ιδέα ή κίνηση. Από την άλλη, σημαντικό μέρος μεταξύ των κατώτερων κληρικών, δε συντάχθηκε με τη γραμμή του Πατριαρχείου, μετέχοντας ενεργά στην Επανάσταση.
Η στάση των Φαναριωτών επίσης δεν υπήρξε ομοιόμορφη. Ορισμένοι υιοθετούσαν την προοπτική της ένοπλης εξέγερσης και συγκρότησης ενός ανεξάρτητου αστικού κράτους. Οι περισσότεροι, όμως, υποστήριζαν μια πολιτική «εκ των έσω διάβρωσης» της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου η ελληνική αστική τάξη θα κυριαρχούσε σταδιακά οικονομικά και πολιτικά.
Οι κλέφτες και αρματολοί, μέσα από τις δυναμικές που αναπτύχθηκαν με την Επανάσταση, διεκδίκησαν αυτόνομη πολιτική παρουσία και ρόλο. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε τα μέγιστα η αρχική τους στοίχιση με τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της αστικής τάξης, την Φιλική Εταιρία και τον Υψηλάντη. Εν συνεχεία, η συγκρότηση συγκεντρωτικών αστικών οργάνων που προωθούσαν οι τελευταίοι ήρθε σε αντίθεση με τα νεοαποκτηθέντα τοπικά προνόμιά τους, με αποτέλεσμα να διαταραχθούν οι προηγούμενες συμμαχίες και να διαμορφωθούν νέες.
Το εφοπλιστικό κεφάλαιο, αν και έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην προώθηση ενός αστικού τύπου κράτους, παραμονές της Επανάστασης υπήρξε εν μέρει επιφυλακτικό. Οι επιφυλάξεις αυτές οφείλονταν μεταξύ άλλων και στους δεσμούς που διατηρούσε με το αγγλικό κεφάλαιο (η Μ. Βρετανία ήταν τότε κατά της προσβολής της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας). Οι όποιες επιφυλάξεις - αντιδράσεις κάμφθηκαν ή καταργήθηκαν σύντομα με επαναστατική βία από ένα γενικότερο αστικοδημοκρατικό κίνημα, που αναπτύχθηκε στα νησιά αυτά και πριν την Επανάσταση ακόμα, καθώς και από την αλλαγή της βρετανικής πολιτικής απέναντι στην οθωμανική αυτοκρατορία.
Οι κοτζαμπάσηδες, αν και προέρχονταν από τη φεουδαρχία, στα πλαίσια της ιστορικής της αποσύνθεσης, είχαν προοδευτικά αστικοποιηθεί. Από την εξέλιξή τους αυτή προέκυψε και η διφορούμενη στάση τους απέναντι στην Επανάσταση. Από τη μια διέθεταν προνόμια και καθήκοντα συνυφασμένα με το υπάρχον οθωμανικό καθεστώς. Από την άλλη είχαν υλικό συμφέρον για την ανατροπή του. Ετσι, άλλοι εντάχθηκαν στις γραμμές της Φιλικής, άλλοι κράτησαν στάση επιφυλακτική και άλλοι τάχθηκαν εναντίον. Από τη στιγμή της έκρηξης της Επανάστασης, κάποιοι κοτζαμπάσηδες συμπαρατάχτηκαν με τους εμπόρους, τους εφοπλιστές, κ.λπ., ενώ άλλοι βρέθηκαν σε αντιπαράθεση με αυτούς, σε μια προσπάθεια να επικρατήσουν ως η ηγεμονική μερίδα της αστικής τάξης. Η σύγκρουση για τον έλεγχο των επαναστατικών διεργασιών και οργάνων υπήρξε σφοδρότατη.
Η σύγκρουση αυτή εκφράστηκε τόσο στο επίπεδο διαμόρφωσης των νέων επαναστατικών δομών και θεσμών (συντάγματα, διοίκηση, κ.λπ.), όσο και στη διαπάλη για την εξουσία, που δεν άργησε μάλιστα να λάβει και ένοπλη μορφή («εμφύλιοι»).
Στα πλαίσια διαμόρφωσης ενός αστικού κράτους, οι πολιτικές εξουσίες (και κάποιες από τις οικονομικές) που απολάμβανε μέχρι πρότινος η Εκκλησία στα πλαίσια του φεουδαρχικού συστήματος καταργήθηκαν ή περιορίστηκαν σημαντικά. Η αποδυνάμωση των τοπικών - περιφερειακών διοικήσεων και η μεταφορά των βασικών τους αρμοδιοτήτων στην κεντρική εξουσία, σήμαινε και αντίστοιχη αποδυνάμωση των τοπικών εξουσιών πάνω στις οποίες εδραζόταν μέχρι τότε η πολιτική δύναμη των κοτζαμπάσηδων.
Η διαπάλη, που αρχικά εκφράστηκε σε πολιτικό επίπεδο, οδήγησε γρήγορα στη διάσπαση της κεντρικής Διοίκησης και τη δημιουργία δύο χωριστών κυβερνήσεων: Της Τρίπολης (κοτζαμπάσηδες - Κολοκοτρώνης) και του Κρανιδίου (Υδραίοι, Μαυροκορδάτος, Κωλέττης και οι κοτζαμπάσηδες Λόντος και Ζαΐμης). Σύντομα, οι αντιθέσεις αυτές έλαβαν και ένοπλη μορφή.
Γνωρίζοντας πως το δάνειο από τη Μ. Βρετανία είχε ήδη εγκριθεί, η κυβέρνηση του Κρανιδίου έδρασε αποφασιστικά εξαπολύοντας ολομέτωπη επίθεση. Δίχως προοπτική άμεσης επικράτησης της μίας ή της άλλης μεριάς, η πρώτη φάση του «εμφυλίου» (α' εξάμηνο του 1824) έληξε με συμβιβασμό, σαφώς όμως υπέρ της κυβέρνησης του Κρανιδίου. Οι «στασιαστές» αμνηστεύτηκαν, αποκλείστηκαν όμως από τα όργανα της κεντρικής διοίκησης.
Βεβαίως, οι προσωρινά ηττημένοι κοτζαμπάσηδες δεν προτίθεντο να καταθέσουν τα όπλα. Οταν στις εκλογές της 3ης Οκτωβρίου 1824 δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν την πλειοψηφία, προσανατολίστηκαν ξανά προς την ένοπλη σύγκρουση: Κάτι που το επιδίωκε εξίσου και η άλλη πλευρά, ώστε να λύσει οριστικά το ζήτημα της μορφής άσκησης της εξουσίας. Ξεκίνησε λοιπόν η δεύτερη φάση του «εμφυλίου», που επικεντρώθηκε κυρίως στην Τρίπολη και έληξε στα τέλη του 1824 με ήττα των κοτζαμπάσηδων και τη φυγή τους εκτός Πελοποννήσου.
Τόσο οι ενδοαστικές συγκρούσεις, όσο και οι αλλεπάλληλες στρατιωτικές ήττες τα επόμενα χρόνια (1825-1827) ευνόησαν τις δυνάμεις εκείνες που ζητούσαν περιορισμό των χρονοβόρων κοινοβουλευτικών διαδικασιών και περισσότερο συγκεντρωτική διακυβέρνηση, στα πρότυπα μιας συνταγματικής μοναρχίας.
Σε μια περίοδο, λοιπόν, έντονων πολιτικών ζυμώσεων πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά και η οργάνωση των αντιτιθέμενων συμφερόντων σε κόμματα: Το Αγγλικό, το Γαλλικό και το Ρωσικό. Η ονομασία τους, που παραπέμπει στις αντίστοιχες «προστάτιδες Δυνάμεις», δεν υποδηλώνει εξάρτηση (όπως μονοσήμαντα και ισοπεδωτικά έχει ειπωθεί στο παρελθόν), αλλά τμήματα αστικά προσκείμενα από άποψη συμφερόντων σε κάποιο ισχυρό κράτος.
Οδεύοντας προς τη Γ' Εθνοσυνέλευση, το ζήτημα που βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής διαπάλης ήταν η αναζήτηση διεξόδου στο τέλμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων (κυριαρχία Ιμπραήμ στη Πελοπόννησο, πτώση Μεσολογγίου, κ.λπ.), μέσω της εξασφάλισης κάποιας διεθνούς διαμεσολάβησης - προστασίας ή την εκλογή ξένου μονάρχη. Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν όλα τα κόμματα. Την πρωτοβουλία ανέλαβαν από τα μέσα του 1825 οι «αγγλόφιλοι» με τη λεγόμενη Αίτηση προστασίας (ή Πράξη υποταγής). Η Γ' Εθνοσυνέλευση ψήφισε τον Ι. Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδος.
Τον Ιανουάριο του 1828 ο Καποδίστριας αφίχθη στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο νέος κυβερνήτης προέβη άμεσα στη συγκέντρωση όλων των εξουσιών, γνωρίζοντας πως για να εφαρμοστούν οι αναγκαίες αστικές μεταρρυθμίσεις και να στερεωθεί το αστικό κράτος απαιτούνταν άμεσες κινήσεις, απαλλαγμένες από χρονοβόρες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, επιβαλλόμενες με πειθώ ή και αυταρχισμό - όπου και όποτε αυτό κρινόταν αναγκαίο.
Οι αποκλεισμένοι από την εξουσία συσπειρώθηκαν και ανασυντάχθηκαν συγκροτώντας το μέτωπο των «συνταγματικών» με κέντρο την Υδρα. Η ένοπλη σύγκρουση δεν άργησε και γρήγορα γενικεύτηκε. Συνεχίστηκε δε και μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια στις 9 Οκτωβρίου 1831, δίχως όμως μια από τις δύο πλευρές να μπορεί να επικρατήσει οριστικά επί της άλλης. Το 1832, λοιπόν, η κεντρική εξουσία είχε σχεδόν αποσυντεθεί ολοκληρωτικά, ενώ η ύπαιθρος στεκόταν ρημαγμένη από μια δεκαετία πολέμου και εχθροπραξιών.
Υπό αυτές τις συνθήκες στις 25 Ιανουαρίου 1833 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο ο Οθωνας, υποσχόμενος να βάλει τέρμα στην «αναρχία» του παρελθόντος και εγκαθιδρύοντας - σύμφωνα πάντοτε με τους όρους των σχετικών διεθνών συνθηκών - καθεστώς απόλυτης μοναρχίας. Το ελληνικό αστικό κράτος άρχιζε να κάνει τα πρώτα του βήματα.1
Η κοινωνική ιστορία, η ιστορική εξέλιξη ποτέ δεν προχώρησε μπροστά, παρά μόνο μέσα από ρήξεις, μέσα από συγκρούσεις, μέσα από επαναστάσεις. Οι κοινωνικές αντιθέσεις δεν μπορούν να εξαλειφθούν με επικλήσεις στην «εθνική ομοψυχία», γιατί ενυπάρχουν αντικειμενικά. Αυτό το γνωρίζει καλά η αστική τάξη γι' αυτό και προσπαθεί να τις συγκαλύψει. Οσο όμως και αν προσπαθεί να τις «ξορκίσει» με διάφορα τεχνάσματα ή ιδεολογήματα, δεν θα τα καταφέρει. Η επίκληση στην «εθνική ομοψυχία» του 1821 είναι κάλπικη γιατί κάτι τέτοιο δεν υπήρξε ποτέ. Η δε μεταφορά της στο σήμερα είναι παντελώς αυθαίρετη. Γιατί βεβαίως, άλλη εποχή εκείνη, άλλη η σημερινή. Αλλες οι αντιθέσεις τότε και άλλες σήμερα. Τότε η πάλη διεξάγονταν μεταξύ της φεουδαρχικής τάξης και της αστικής. Σήμερα ο φορέας του καινούργιου στην κοινωνική εξέλιξη είναι άλλος, είναι η εργατική τάξη.
1. Ολα τα στοιχεία για την Επανάσταση του 1821 είναι βάση άρθρου της ΚΟΜΕΠ, τ.2. του 2011 με τίτλο «Ο κοινωνικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821»

Του
Αναστάση ΓΚΙΚΑ*
*Ο Αναστάσης Γκίκας είναι Δρ. Πολιτικών Επιστημών, συνεργάτης του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου